Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2007

Το Φυτό (1996)

Ήταν μόλις λίγους μήνες πριν, όταν ένα «απαγορευμένο φυτό» βρέθηκε να ανθίζει στην είσοδο της κεντρικής βιβλιοθήκης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Το γεγονός κέντρισε την περιέργεια των θαμώνων, και το περίεργο φυτό με το χαρακτηριστικό φύλλωμα, σαν φαγωμένο πλατανόφυλλο, έγινε για μια ημέρα το επίκεντρο συζητήσεων και αντιδράσεων.

Οι περισσότεροι έριχναν κοφτές ματιές και σιγογελούσαν διαδίδοντας το νέο ως ένοχο μυστικό. Μερικοί πιο τολμηροί, έκοβαν τον απαγορευμένο καρπό και τον πρόσφεραν συνωμοτικά σε αθώες κοπελούδες των βορείων προαστείων. Μια κίνηση που έμοιαζε πιο πολύ με εκδίκηση για το προπατορικό αμάρτημα. Σύντομα βρέθηκε και κάποιος επαΐων που καθησύχασε την κοινή γνώμη τονίζοντας ότι επρόκειτο για αρσενικό και ως εκ τούτου αβλαβές,... ήταν άλλωστε ο μοναδικός που ήξερε που να κοιτάξει! Ένας "παλιός" της ιατρικής τόνισε την τοξικότητα του είδους και μία τελειόφοιτος της γεωπονικής, περιεργαζόμενη το χνουδωτό του φυλλώματος, ξεστόμισε τη μαγική λέξη «τετραϋδροκαναβινόλη»!... ή κάτι τέτοιο θα ήταν. Όμως όλοι όση το έγγιξαν, πήγαν αργότερα κρυφά από τον χλευασμό και έπλυναν τα χέρια τους. Βλέπεις ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος...
Οι συγκεχυμένες πληροφορίες συνέθεταν το πιο αλλόκοτο σκηνικό στο ναό της γνώσης. Από κεκτημένη ταχύτητα είχαμε ξεχάσει τη δεκαετία που έζησαν οι γονείς μας, και από μια πολιτική προπαγάνδα είχαμε επιλέξη να αναλωθούμε στα καρκινογόνα τσιγάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα η ανία έβρισκε γιατρικό στις γλάστρες της πλατείας Ψειρή, μη γνωρίζοντας τα σχέδια κάποιου με το όνομα Philip Morris. Στα τέλη του ίδιου αιώνα, η άγνοια έδινε αφορμή στο διάλειμμα, να υπερβεί το ακαδημαϊκό τέταρτο. Και κάπου ανάμεσα μια χούφτα μαθητευόμενων μάγων να αποζητά το αλεξίριο της ζωής φιλοσοφώντας και πίνοντας φραπέ...
Μάθαμε να νοθεύουμε τα βράδια μας με 40% καθαρό οινόπνευμα και να σκοτώνουμε τα μάτια του έρωτα μας, καίγοντας το σαλατικό των Μαλαισιανών ιθαγενών.
Μάθαμε να γινόμαστε υστερικοί στην πράσινη θέα και να εξαρτιόμαστε από το chating και το msn.
Μάθαμε να διαφορίζουμε τον πληθυσμό τον ποντικιών και να αδρανούμε στο χάος της εξάρτησης.
Να επιταχύνουμε προσπερνώντας τους τύπους στην αγορά της Ναβαρίνου και να δίνουμε ασυλία στην «αγορά» της θεολογικής.
Βγάλαμε από την παρέα μας όλα τα μιάσματα, και τώρα μένουμε μόνοι στην γκαρσονιέρα, παρέα με την ξανθια της TV, αλλά με το ίδιο ανεστίαστο βλέμμα, που είχε εκείνος ο νεαρός στα χορτάρια, πίσω από το κτίριο του αστεροσκοπείου
.
Είτε είναι το πάνω φύλλο, είτε είναι το άνθος, είτε βρασμένο, ξεραμένο σε σκόνη, με οινόπνευμα ή με Coca-Cola, από τη μύτη από το στόμα ή από τα χέρια... πάντα βολευόμασταν με την άγνοια να υποκαθιστούμε το ύστατο αγαθό του ανθρώπου, με ροζ ελέφαντες και το Χριστό τον προτιμούσαμε να κάθετε παρέα μας σε κάποια σκοπιά παίζοντας το φαντάρο.
Σε ένα χώρο με ανθρώπους, που έχουν το φως παγιδευμένο σε μικροκυστάλλους, να το ανιχνεύουν σε μακρινούς γαλαξίες ή να το χρησιμοποιούν για να διαβάσουν τα κείμενα του Αριστοτέλη, κανείς δεν πίστευε ότι η φύση θα αυθαδίαζε, χρησιμοποιώντας το για τη φωτοσύνθεση μιας τόσο ανίερης χλωρίδας.
Επί τέσσερα χρόνια εφοδιάστηκα με τις απαιτούμενες γνώσεις για να επιβιώσω στον έξω κόσμο, αλλά κανείς δεν μου είπε τη σημαίνει «sativa». Πέρασαν άλλα τόσα χρόνια για να δω την επόμενη γενιά, να αποτάσσει το Σατανά, στη θέα ενός φύλλου. Πέρασαν τα μισά, για να δω ένα φύλο, ν΄ασπάζεται το Σατανά, για να περάσει στην προηγούμενη γενιά, με την οσμή ενός φύλλου. Και μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ανάμεσα σε βιβλία, παράθυρα και υγρές νύχτες, ακόμη δεν κατάλαβα, τι είναι αυτό που κάνει ένα φυτό τόσο διαφορετικό.

Ήταν μόλις πριν λίγες ώρες, αλλά το πάρτι στο στέκι συνεχίζεται. Αφήνοντας την όμορφη αρχιτεκτόνισσα να «φτιάχνεται» για να κάνει έρωτα με τη φαντασίωση της επιλογής της, συνεχίζω να βλέπω δελφίνια να χορεύουν στο Θερμαϊκό, τον Αλέξη καλπάζοντας στο Βουκεφάλα να φωνάζει τη γοργόνα και εμένα, με ένα όνειρο να στραβοπατάει στα λυμένα μου κορδόνια, να καίγομε από τη "φωτιά στο λιμάνι" που άκουσα πριν λίγο... Είναι χαράματα, και αν πίστευα, θα ορκιζόμουν ότι δεν είμαι μαστουρωμένος, αλλά ζαλισμένος από τη μαγεία που έχει ο εθισμός στη ζωή! Ρομαντική καληνύχτα, ξενέρωμα... νύστα σίγουρα. Η φωτιά στο λίμανι πέρασε στο μυαλό μου και δε ν λέει να σβήσει.

Την επόμενη ημέρα εκείνης της εξεταστικής δεν κάναμε διάλειμμα από το διάβασμα. Οι κηπουροί, με εντολή της πρυτανείας, αφαίρεσαν το «φυτό» και στη θέση του τοποθέτησαν μια ντοματιά, που όμως ποτέ μας δε θα γευτούμε.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2007

Το βουνό μου!

Ήταν ένα μεσημέρι σαν όλα τ΄άλλα και ενώ ονειρευόμουν τις καλοκαιρινές διακοπές σε κάποιο μακρινό νησί, η φωνή ενός φίλου με έφερε πίσω στην πραγματικότητα.
Είχε πιάσει φωτιά «το βουνό της βροχής», ο Υμηττός μας!
Από μικρό παιδί συνήθιζα να βάζω ένα «μας»,για να δηλώνω στην πραγματικότητα ένα «μου». Ένα «μου» τις περισσότερες φορές μακρόσυρτο, σαν αυτό που κάνουν οι αγελάδες όταν χαίρονται. Χαιρόμουν με το βουνό μου, μ`άρεσε να το βλέπω να υπάρχει στον οριζόντά μου, να τον χαζεύω ως μαθητής από το παράθυρο της τάξης των αρχαίων ή να κόβω βόλτες μέσα στις πευκοβελόνες του.
Ανέβηκα και εγώ, όπως πάντα προστάζει η συνείδηση μου. Ανέβηκα πάλι, γιατί είχα ανέβει ξανά άλλες δύο φορές για τον ίδιο λόγο. Έτρεξα γρήγορα, έχοντας ένα τρελό συναίσθημα και μια ελπίδα. Την ελπίδα ότι θα έσωζα το δάσος μου και μάλιστα μόνος μου! Τρομάρα μου!...
Είχαν περάσει μόλις δέκα λεπτά, όταν βρέθηκα με ένα φτυάρι στο χέρι από τους υπεύθυνους του δήμου και ανηφόριζα προς την πυρκαγιά. Ήμασταν σχεδόν μισή ντουζίνα άνθρωποι. Όλοι είχαμε δει τη φωτιά από μακριά και είχαμε τρέξει να βοηθήσουμε. Ο Κώστας είχε αφήσει την πιτσαρία του, και ο Δημήτρης την έγκυο γυναίκα του, που είχε μείνει πίσω για α μας δει στην τηλεόραση. Ο Χρήστος είχε φέρει και την κοπελιά του μαζί. «Βάλτε ένα χεράκι ρε παιδιά, θα τα καταφέρουμε», έλεγαν με πείσμα και ας μου έδιναν την εντύπωση ότι παλέβαμε με ανεμόμυλους.
Βρεθήκαμε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από το μέτωπο της φωτιάς. Η θερμότητα έκανε να βράζει ο ιδρώτας πάνω στο δέρμα μας, και οι τρίχες να καίγονται αφήνοντας πίσω τους μια σχεδόν μεθυστική μυρωδιά. Κάθε φτυαριά έδινε χρόνο στα κουκουνάρια να πετάγονται σαν τα καλαμπόκια που έψηνε η γιαγιά. Ρίχνοντας δυο - τρεις κουβάδες νερό σε ένα δέντρο σβήσαμε τη φωτιά που το σιγόκαιγε, αλλά μόλις γυρίσαμε την πλάτη μας ένας κρότος και ένα σκίσιμο ακούστηκε. Με μιας το μεγάλο πεύκο άνοιξε στα δύο και σωριάστηκε στο καυτό χώμα. Το βρασμένο ρετσίνι στις φλέβες του εξαερώθηκε σε δέκατα του δευτερολέπτου από το κρύο νερό σπάζοντας τον φλοιό ακαριαία. Το δέντρο λες και ξεψύχησε μπροστά μας. Λες και δεν ήθελε να ζήσει πλέον. Λες και αυτοκτόνησε, αρνούμενο μια μοναχική ζωή σε μια πλαγιά χωρίς άλλα δέντρα. Απλά έγειρε, αφήνοντας τη βαρύτητα, που με πείσμα αντιστεκόταν τόσα χρόνια, να το παρασύρει στο τέλος του. Αλήθεια, ποιος είχε πει ότι τα δέντρα πεθαίνουν όρθια;
Ο αέρας οδηγούσε τα αποκαΐδια στους πνεύμονες, διώχνοντας μας προς τα πίσω. Οι σόλες των παπουτσιών έλιωναν και τα φτυάρια είχαν τόσο πυρωθεί από τη θερμότητα, ώστε κάθε φορά που τα ακουμπούσαμε πάνω στις ξερές πευκοβελόνες δημιουργούσαν νέες εστίες φωτιάς. Αν ήταν ο Δάντης μαζί μας, σίγουρα θα είχε προσθέσει και άλλη κόλαση στην κωμωδία του. Γιατί έτσι ακριβώς ήταν, μια κωμωδία, και τίποτε άλλο.
Το μόνο που ακουγόταν, ανάμεσα στο βουητό της φλόγας, ήταν οι μπερδεμένες κραυγές από κάποιες απόμακρες φιγούρες, «νερό ρεεεεεεεε, γρήγοραααααα!!!!» Έτρεχα και εγώ σαν παλαβός, μαζί με δυο φίλους να φέρω νερό και σκοντάφτω σε μια περίεργη πέτρα που καιγόταν. Την κοίταξα με την άκρη του ματιού και συνέχισα πάλι την κατάβαση. Αλλά, είχε κάτι το περίεργο αυτή η πέτρα. Πως γίνετε να καίγετε μια πέτρα; Με μια δεύτερη ματιά κατάλαβα ότι πρόκειται για μια μικρή χελώνα... το καβούκι της είχε αρπάξει φωτιά και εκείνη κούναγε το κεφάλι της βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό τσιριχτό ήχο. Έτρεμε σαν να ήθελε να απαλλαγή από αυτό που τόσα χρόνια την προστάτευε, το ίδιο της το σπίτι! Ήθελε να ξεκολλήσει από το ίδιο της το είναι και να τρέξει μακριά, να σωθεί. Να τρέξει ξεγελώντας τη φωτιά, όπως ακριβώς είχε ξεγελάσει παλιά και το λαγό. Σχεδόν αυθόρμητα γύρισα το βλέμμα, σήκωσα το φτυάρι και το κατέβασα με δύναμη... ο ήχος σταμάτησε. Κοντοστάθηκα για λίγο, αλλά δεν μπορούσα να κλάψω. Όχι γιατί τα αγοράκια δεν κλαίνε, αλλά γιατί κάθε δάκρυ εξατμιζόταν πριν καν κυλήσει…
Συνέχισα να τρέχω την πλαγιά, για να βρω μερικούς κουβάδες. Όταν έφτασα στο δρόμο, με έκπληξη συνειδητοποίησα, ότι είχε μαζευτεί ένα τεράστιο πλήθος κόσμου. Μπροστά στα μάτια μου ξετυλιγόταν το πιο περίεργο συνονθύλευμα ανθρώπων. Ήταν κάτι μεταξύ διαδήλωσης, που έβαλε κατά των «υπευθύνων», και συναυλίας, που παραληρούσε για το υπερθέαμα. Ομώς… κανείς δεν κινιόταν! Κανείς δεν βοηθούσε! Ούτε καν εκείνοι που είχαν τα σπίτια τους κοντά! Ένας κύριος κατάβρεχε το αυτοκίνητό του… για να φύγουν οι στάχτες. Μια νεαρή μητέρα με ένα στενό κόκκινο φόρεμα, έδειχνε τη φωτιά στο μικρό της κοριτσάκι το αξιοθέατο. Ένα περίπτερο στην άκρη του δρόμου είχε θησαυρίσει από τα νερά που πουλούσε στους διψασμένους περίεργους! Ζήτησα από έναν αραγμένο τύπο με μαύρα γυαλιά, να με βοηθήσει με δυο κουβάδες. Με κοίταξε, χαμογέλασε και τραβήχτηκε στον ίσκιο ενός δέντρου... Αργότερα, όταν όλα είχαν τελειώσει, ήταν το μοναδικό δέντρο που έμεινε στην περιοχή.

Ο Ήλιος είχε αρχίσει να δύει πίσω από την Ελευσίνα, όταν η φωτιά έσβηνε. Βλέπεις δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάψει. Μαζί με τα παιδιά κατηφορίζαμε σα χαμένοι. Νκημένοι στο πεδίο της μάχης, ψάχνοντας από κάποου να πιαστούμε. Ενα χαμόγελο, μια λέξη... μια συγκατάβαση. Το αλλόκοτο μαύρο φόντο με τις κόκκινες πινελιές από τις μικροεστίες, έκανε το Δημήτρη να τραβήξει το βλέμμα του στην Αθήνα. Έβλεπε τα φώτα της πόλης να χαμογελάνε για τη νίκη τους. Ήξεραν ότι σε λίγα χρόνια θα φώτιζαν και αυτή την πλευρά του βουνού. Τελικά δεν άντεξε... τα δάκρυα που ξέφυγαν στο πρόσωπό του, τον έσπασαν σαν εκείνο το πεύκο και σωριάστηκε στο χώμα. Ένας άντρας κοντά δύο μέτρα, έκλεγε σαν μικρό παιδί, και με αναφιλητά ψέλλιζε, «τί ηλίθιοι που είμαστε Θεέ μου!».
Δεν φταίει το κράτος, τα canader, η οργάνωση, οι πυροσβέστες, αλλά εμείς οι ίδιοι, εμείς κάψαμε το δάσος! Και οι τέσσερις άνθρωποι που κάηκαν την ίδια ώρα με τη χελωνίτσα, ηλίθιοι ήταν σαν και εμένα, το Δημήτρη, τον Κώστα και τα άλλα παιδιά. Ηλίθιοι που ήμασταν εκείνη τη μέρα στο βουνό, στο βουνό μας, και πιστέψαμε!

Έπρεπε να καίγαμε όλη την Αθήνα! Να σπρώχναμε τη φωτιά έξω από το δάσος. Να πάψουμε να ακούμε στις ειδήσεις «κάηκαν τόσα στρέμματα δάσους και απειλήθηκαν κατοικημένες περιοχές», αλλά ανάποδα, «κάηκαν τόσα σπίτια και απειλήθηκαν δασικές εκτάσεις». Ίσως έτσι να καταλάβαιναν όλοι... Ίσως τότε εκείνη η παρέα να έβρισκε τη γαλήνη μέσα στο δίκαιο. Τι δίκαιο της πυγμής που έγραφε ένα βίβλιο που άφησα στη μέση. Της πυγμής που δε σήκωσα όταν έπρεπε. Της πυγμής που δεν άντεξα το βάρος και την ευθύνη... φοβήθικα! Αν και θα το ήθελα... Μα την Παναγία, πολύ ήθελα να σηκώσω το φτυάρι και να το φέρω στο κεφάλι του τύπου με τα μαύρα γυαλιά! Και είναι κάτι τέτοιοι τύποι από τη μία πλευρά, και κάτι μελίσσια που σκάγανε στον ουρανό σαν πυροτεχνήματα από την άλλη. Κάτι αθώοι πυροσβέστες, κάτι ανήμπορες χελωνίτσες, κάτι αηδόνια που δεν θα ακούσει το παιδί του Δημήτρη... που με κάνουν και σκέφτομαι, είμαστε τόσο ηλίθιοι!

Ίσως να είναι καιρός να παραφράσουμε την Greenpeace και να ξεκινήσουμε ένα ιερό πόλεμο, έναν Greenwar. Ο πειθαναγκασμός είναι το μοναδικό που δεν έχουμε δοκιμάσει. Πρέπει κάποτε να θυμηθούμε πως είμαστε απλοί ένοικοι αυτού του πλανήτη. Συγκάτοικοι μαζί με τα δελφίνια, τις αρκούδες και τα έλατα. Ίσως ποτέ να μην μπορέσουμε να πετάξουμε σαν τους αετούς, να φτιάξουμε μέλι από τα θυμάρια όπως οι μέλισσες ή να μιλήσουμε με τα αγριολούλουδα, αλλά πάντοτε θα έχουμε κάτι κοινό με όλα αυτά, που θα μας ενώνει και θα μας κρατάει στη ζωή… ζωντανούς…
Ήταν η τρίτη φωτιά στο ίδιο μέρος... την τέταρτη δεν ξέρω τι θα κάνω με το φτυάρι ...., μα τον Θεό δεν ξέρω ! !

(το κείμενο αποτελεί ένα γράμμα σε μια φίλη το καλοκαίρι του 1995. Η πυρκαγιά είχε αποτεφρώσει τα 2/3 του δάσους στον Υμηττό. Οι αναδασώσεις που έγινα τότε δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα οι βροχές πλημμύριζαν κάθε χειμώνα το φαληρικό δέλτα. Μερικά χρόνια μετά, στο νότιο τμήμα του βουνού ξεπήδησε η περιοχή «Πανόραμα» της Ηλιούπολης με μια σειρά από «πολυτελής κατοικίες». Όπως έγινε γνωστό, τα βαθύτερα αίτια της πυρκαγιάς ήταν η εκμετάλευση της ξυλείας που προέκυψε από τα καψαλισμένα δέντρα…)

Πέμπτη, Αυγούστου 02, 2007

Πάμε μια βόλτα στην Πάρνηθα;

Οι επισκέψεις μου στην Πάρνηθα ήταν σπάνιες και όλες είχαν συνδεθεί με την αθωότητα της παιδικής μου ηλικίας. Τελευταία φορά ήταν με την ανακάλυψη μιας ταβέρνας στο πουθενά ή μαλλον έτσι νόμισα. Γιατί λιγό μετά από ένα στενό δρομάκι μια γυαλιστερή πινακίδα έγραφε "ΑΠΟΛΩΝΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ" ή κάτι τέτοιο. Σύντομα κατάλαβα ότι ήταν ένα παλιό στρατόπεδο που είχε χωριστεί σε οικόπεδα και εκεί είχε κτιστεί οτι ακριβώς έλεγε η πινακίδα... μια πολιτεία.. μέσα στο δάσος!... Πως;
Δεν πτοήθηκα. Έφαγα τις μπριζόλες μου, έκανα τη βόλτα μου μέσα στο δάσος και έβρισα όλους εκείνους που είχαν πετάξει μπουκάλια μπύρας στο χώμα.

Σήμερα ο ουρανός γέμισε στάχτη.
Γιατί κάποιος αποφάσισε ότι μια-δυο-τριακόσιες βιλίτσες με θέα το καζίνο, θα γίνουν ανάρπαστες. Κι έτσι, θα βγάλει τόσα λεφτά, ώστε η τράπεζα να του προσφέρει «πρόσωπο» προκειμένου να εκτελεί δημόσια έργα... Δεν ήτανε τυχαία η φωτιά. Δεν άναψε την πιο ζεστή μέρα του Ιούνη, αλλά μόλις έπιασε το βοριαδάκι. 'Ηταν καλά σχεδιάσμενη και άψογα μελετημένη. στο χώρο και στο χρόνο.

Είμαι θυμωμένος. Πενθώ, όχι για τις επόμενες γενιές που θα ζήσουν στα πλημμυρισμένα βαλτοτόπια του Μοσχάτου, αλλά για τις χαμένες ανοιξιάτικες βόλτες μου, που θα έκαναν ανεκτή τη μιζέρια του καθημερινού τσιμέντου. Και όλες εκείνες τις μέρες που δεν κατάφερα να επισκεφθώ τη φύση έξω από τη φύση μας. Μαζί μου πενθούν κι οι φίλοι μου. Και είναι κι εκείνοι οργισμένοι. Και κάθε φορά που θα μιζεριάζουν στο τσιμεντένιο τους γραφείο, θα θυμώνουν ξανά, που δε μπορούν να ξεφύγουν. Κι αυτό θα γίνεται κάθε Παρασκευή για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Έχουμε αρχίσει να κατανοούμε ότι μια "πράσινη ειρήνη" δεν αρκεί. Όταν δεν γουστάρουν βυθίζουν πλοία, κρεμάνε νομπελίστες "καθαρίζουν" χωριά, με λίγα λόγια κερδίζουν! Ό,τι ακριβώς περιγράφει το λεξικό ως "εταιρεία"!

Λέω λοιπόν να φτιάξω τη 17 Ιούλη!
Λέω λοιπόν να αρχίσω τις απειλές. Όχι τις «προειδοποιήσεις»...
Η Πάρνηθα φιλοξενεί τον Εγκέλαδο. Και είμαι σίγουρος ότι ο Τιτάνας θα φροντίσει να καθαρίσει το τοπίο του. Η φύση έπειτα θα το ξαναφυτέψει, όπως της αρέσει. Λέω να βοηθήσω. Να κάνω τις αντισεισμικές κατασκευές λιγότερο αντισεισμικές. Λέω να αρχίσω τις περιπολίες και να ρίχνω αλάτι στα μπετά των νέων κτιρίων που θα φυτρώνουν.
Δεν είναι δύσκολο...

Λεω επίσης να αρχίσω να καίω όλα τα μηχανήματα που θα ανέβουν να φτιάξουν δρόμους και τα αυτοκίνητα των νέων κατοίκων επίσης... Μαζί με τα χλωρά, καίγονται και τα ξερά. Έτσι δεν παίζεται το παιχνίδι; Αλλά κι αυτοί οι νέοι «οικιστές» ξέρουν που μπλέκουν...

Λέω να αρχίσω να τρομοκρατώ όσους σκοπεύουν να αγοράσουν «οικόπεδο» εκεί γύρω. Να τους πείσω ότι αυτή η γειτονιά είναι χειρότερη από γκέτο. Κι ότι οι επενδύσεις τους εκεί είναι αμφίβολες.

Λέω να περνάω νυχτιάτικα και να ουρλιάζω, χαλώντας τον ύπνο του δικαίου των νέων οικιστών. Τα ζώα δεν θα ενοχληθούν, είμαι σίγουρος πως δεν θα συχνάζουν πια.

Λέω να γίνω «τρομοκράτης» και να αγωνιστώ για τα δίκαια της φύσης. Όχι τα δικά μου. Και να μην σταματήσω τις εξορμήσεις, μέχρι κάποιος από τους μ..... εκεί πάνω, να με πείσει ότι θα αφήσουν το βουνό στην ησυχία του.

Λέω να αντισταθώ μια φορά στη ζωή μου, όσο προλαβαίνω, και όλα αυτά τα λέω καθαρά από εγωισμό. Για να κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια και για να έχω μια καλή δικαιολογία να λέω στο γιό μου όταν μεγαλώσει και δεν δει ότι είδα!...

Τι λες λοιπόν; Πάμε μια «ΒΟΛΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΝΗΘΑ»;

(το κείμενο στηρίχτηκε σε μια εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού BEST 92,6)

ena mpalkoni san ploio

Ti perierga pou einai ola! Aenaoi kykloi. Mperdemena xnaria sthn ammo. Kykloi pou me tromazoun gia tis istories pou kryboun, kai pano apo to kefali mou o Romaios na kradainei to ksifos tou….
"Mh mou xalaseis tous kyklous mou, mh mou xalaseis thn iremia mou, mh fysikseis th skoni kai gemisoun oi aulakes ammo, exo krypsei mesa tous ola ta pseftika thelw mou…."
Omos den einai Syrakouses edo. Ena aplo mpalkoni me thea to apenanti mpalkoni, pou stis mpalkonoportes tou antikatoptrizete ena allo mpalkoni…. akomi enas kyklos pou mou spaei ta neura!
Kai autos o Xaris de leei na allaksei tragoudi…
Kai auth h broxi exei stamatisei edo kai meres na peftei. Mia broxi pou htan mia kapoia dikaiologia. Enas oiktos gia to akybernito mpalkoni mou. Ena ragisma sth gialini broxi. Kathe pou tentona to xeri mou kai espaza tis stagones, kristalines kai kathares san ton pago… tis espaga oxi apo mania, apla gia na dw an matwnw!

Oi iskioi exoun arxisei na me kyrieuoun, mazi me ta "prepei" kai ta "dithen". Oloi me agapane pleon gia to sinie poukamiso, pou oute ksero giati edosa tosa lefta gia na to apoktiso. Kai ekeino to allo, to leuko sa lofio, ekeino pou to afina apekso apo apopsi kai epeidi mou thimize pani se istioforo, to exo fylagmeno mesa se formoli gia na diatirithei mazi me ta xamena oneira. Isos kapote ksipniso apo to lithargo kai taksidepso se ena kainourio xarti. Isos pali ginei lixoudia gia ta zoakia ths ntoulapas mou…. Kai ti egine ena poukamiso einai diaole! H' ena symbolo, mia foresia pou ekribe ena super - hroa…. pou den htan kanenos hroas, pou den eixe sosei kanena, pou oute kan emoiaze, pou de mporese na sosei oute th skepsi tou….

To mpalkoni apopse mikrainei oloena kai perisotero, steneuei kai me pnigei. Akomi na nyxtosei omos…. Prolabaino. To proigoumeno Sabbato eixe th giorti ths h monaksia mou. Se kalesa 4 fores xoris na ftasei pote h skepsi se sena. Alloste Sabbato htan kai meta irthe h Kyriaki aurio pali Sabbato tha einai.... akomi mia petrini giorti.... kai ta kagela mia metaliki koupasti, h keraia biglatoras kai sthn plori h mia dafni.... oi idioi palioi foboi.... ti na euxitho tora ?

Autes oi mousikes basanizoun para boithane. Tha paro to mpalkoni mou kai tha anebo sto lykabito, opos palia. Tha kano pali ta idia opos palia. Giati mou teleiosan ta kainouria. Kai as erxete kalokairi. Tha ftiakso ta ydraulika kai de tha pao pouthena sto eksoteriko. Kai as zestainei o kairos mera me th mera. Tha metriso ta nekra peristeria kai tha stamatiso na ftinw, tha xazeuo oti exw aisthanthei. Ta oneira, eginan programmatismos kai synithia, eginan giratia, leei o poiitis, kai ksafnika ta idia oneira ginontai aitia gia na emfanistoun iptamena biblia ston Attiko ourano. Oi selides tous eginan ftera kai xathikan ... eimai sigouros oti den epesan.... eimai sigouros! Les? Les apopse na mhn isxyei h bairita?

Kai ego na kremomai sthn koupasti. Kato h asfaltos pali, mia ateleioti thalassa, to aeraki fysaei mesa apo to kefali mou kai mia aisthisi almiras erxete sta xeili mou, idrotas apo to ypsos h’ to kyma pou skaei sthn primi mou. Eimai sigouros oti perase ena delfini dipla apo to prasino Hundai! Me kalei… mia teleutaia ptisi kai ginese ena me th figi sou.

...kai oi thalassa na koimatizei opos tis armozei.... pos tha perasei to kalokairi xoris tous mathites mou.... xoris thn trofi ths megalis nyxteridas... eimai nekros to Sabbato... katrakyloun oi autoktonies. H imera exei kathe logo na breksei ligo akomi apo to krasi ths... apo apopsi kai auto.

Mhn anisixeis omos... empneusou. Tha anabalo to salparisma gia kapoio allo Sabbato h' mia mera pou na tou moiazei. Tha stoixioso to mpalkoni san thn kyra tou braxou, kai de tha koitazo ta asteria, giati panta mou deixnoun to sosto dromo. Tha onomaso to diplano domatio figi, kai ta blemata epomeni mera.... pou einai panta dyskoli.... giati ntrepome na ta antikriso... para monaxa nekros san iroas.... opos prin.... tote.... kapote... pote !

Άσπρες Γραμμές σε Πράσινο Φόντο

Η πρώτη δεκαετία της χιλιετίας τον είχε φέρει αντιμέτωπο μια σειρά από γεγονότα που προσπέρασαν αδιάφορα, αλλά και μερικά ακόμη που άναψαν φωτιές στο μυαλό του. Σαν καθηγητής κουβαλούσε πάντοτε μαζί του μια μαύρη τσάντα φετίχ των φοιτητικών του χρόνων, γεμάτη σκόνη από κιμωλία. Μέσα ήταν αραδιασμένες κάμποσες κιτρινισμένες σελίδες σημειώσεων, κάποια χιλιογραμμένα βιβλία και μερικά στυλό σε όλες τις αποχρώσεις. Στην ίδια τσάντα κουβαλούσε πάντοτε τις ιδέες του, τις εμπειρίες του και όλους τους αόριστους χρόνους των εφηβικών του ρημάτων.
Κάθε φορά που έμπαινε στην τάξη έψαχνε να βρει ένα άλλο όνομα για να την περιγράψει. Φέροντας την ταμπέλα του φυσικού, το όνομα «αταξία» κυριαρχούσε τις περισσότερες φορές. Η αίθουσα ένα μονωμένο σύμπαν, με τους μαθητές να αυξάνουν τις πιθανότητες της εντροπίας κάθε φορά που έστρεφε το κεφάλι του, και εκείνος στο ρόλο της παγκόσμιας σταθεράς, να διοικεί τις κινήσεις και το θυμό τους.
Σε ένα πράσινο ουρανό προσπαθούσε να πείσει τους 35, ότι τα ίχνη κιμωλίας, ήταν σημαντικότερα από τις ευθείες, που ένωναν τα βλέμματά τους με το μπλε του δικού τους ουρανού. Πως θα μπορούσε να πείσει άλλωστε με μια ξύλινη γλώσσα, ότι μέσα σε κάθε πραγματική τριανταφυλλιά κρύβεται η αθανασία των ατόμων της; Ατόμων ίδιων με εκείνα που υπάρχουν στην καρδιά των πουλιών και στην καρδιά των αστέρων; Πως θα μπορούσε να αντιπαραθέσει απέναντι στις εφηβικές τους ανησυχίες, νήματα, βαρίδια, κινητά, νόμους και θεωρίες, που τις περισσότερες φορές έρχονται σε αντίθεση με ότι με τα δικά τους μάτια έχουν βιώσει;
Μα πάνω από όλα πως θα μπορέσει να έρθει σε σύγκρουση με κάθε άλλο «δάσκαλο», που βρίσκεται στο δρόμο τους, και με ονόματα όπως τηλεόραση, μόδα, λάθος επιλογές; Πως θα μπορέσεις να συγκρουστείς και να συνθέσεις, Να πάρεις την ευθύνη και να σηκώσεις το βάρος στους ώμους σου;

Πως θα μπορούσε να κάνει τριανταπέντε ξεχωριστές οντότητες να παραμείνουν μοναδικές, να κάνουν όνειρα πέρα από ένα γρήγορο αυτοκίνητο;

Γιατί βλέπεις Αλέξανδρε, η προσωπική σου επανάσταση περνάει μέσα από τη γνώση του εαυτού σου και της ιστορίας όλων των προηγούμενων επαναστάσεων.
Γιατί Αλίκη δεν πρέπει να βιάζεσαι να μεγαλώσεις γιατί αργότερα θα θέλεις να γίνεις πάλι παιδί.
Γιατί Γιώργο όσο και αν αυθαδιάζεις στην Άνοιξη, αυτή θα έρθει, όπως και τόσες άλλες, και μέσα από την επανάληψη των εποχών εσύ θα πρέπει να ανακαλύψεις τη μαγεία που δεν γράφουν τα βιβλία.
Γιατί Αναστασία το παρόν είναι άπιαστο και για πολλούς δε υπάρχει καν. Η ταχύτητα της σκέψης μας ίσως είναι η μοναδική γνώριμη ταχύτητα για τη φαντασία μας, και αυτό είναι ένα μέγεθος χωρίς μονάδας μέτρησης.
Γιατί Κώστα δεν έχω τίποτε με εσένα και άδικα μερικές φορές σφίγγεις τις γροθιές σου όταν δεν συμφωνείς μαζί μου.
Γιατί Δημήτρη οι βαθμοί είναι απλά νούμερα που θα σκονίζονται στο πατάρι σου για χρόνια και στην καλύτερη περίπτωση γλυκά εδέσματα μυκήτων.
Γιατί φίλε μου Γιώργο δε μου επιτρέπουν να σε λέω «φίλο», αλλά μη βιάζεσαι να σκουπίσεις τα δάκρυα από το πρόσωπό σου… πραγματικά δεν ξέρω ποιος είπε ότι οι άντρες δεν κλαίνε.
Γιατί βλέπεις Σοφία είναι πρωί και δεν έχω τελειώσει τον καφέ μου ακόμη….

Σάββατο, Απριλίου 14, 2007

...και το ταξίδι αρχίζει...

...δεν είμαι σίγουρος αν αρχίζει ή άρχισε κάμποσα χρόνια πριν. Σε μια προσπάθεια οριοθέτησης της πορείας μας στον κόσμο, η αρχή είναι πάντοτε απαραίτητη. Τη δική μου την τοποθετώ κάπου στις μυρτιές της Πλάκας ανάμεσα σε διάφανο ούζο, εικόνες του αιώνιου βράχου και χορούς από τις Nύμφες στο λόφο του αστεροσκοπείου. Εκείνες τις στιγμές γνωρίστηκα με τη μελωποίηση του Αγγελάκα των στοίχων του ποιήματος " Όλα είναι δρόμος" και κάπως έτσι κίνησα για άλλου...
Όμως τον τελευταίο καιρό οι ανάγκες και τα "πρέπει" με καθηλώνουν σε ένα σιχαμερό πρώτο πρόσωπο και σε μια παρόρμυση εξομολόγησης. Οι σελίδες αυτές η συχώρεση για "όσα ανάξια πράξαμε και για όσα δειλά δεν αποτολμήσαμε". Να αφήσουμε κάτι πίσω, να παρασύρουμε, να γνωρίσουμε,... να ταξιδέψουμε, ας φύγουμε!

Goodbye my lover (James Blunt)

Did I disappoint you or let you down?
Should I be feeling guilty or let the judges frown?
'Cause I saw the end before we'd begun,
Yes I saw you were blinded and I knew I had won.
So I took what's mine by eternal right.
Took your soul out into the night.
It may be over but it won't stop there,
I am here for you if you'd only care.

You touched my heart you touched my soul.
You changed my life and all my goals.
And love is blind and that I knew when,
My heart was blinded by you.
I've kissed your lips and held your head.
Shared your dreams and shared your bed.
I know you well, I know your smell.
I've been addicted to you.

Goodbye my lover.
Goodbye my friend.
You have been the one.
You have been the one for me.

I am a dreamer but when I wake,
You can't break my spirit - it's my dreams you take.
And as you move on, remember me,
Remember us and all we used to be
I've seen you cry, I've seen you smile.
I've watched you sleeping for a while.
I'd be the father of your child.
I'd spend a lifetime with you.
I know your fears and you know mine.
We've had our doubts but now we're fine,
And I love you, I swear that's true.
I cannot live without you.

Goodbye my lover.
Goodbye my friend.
You have been the one.
You have been the one for me.

And I still hold your hand in mine.
In mine when I'm asleep.
And I will bear my soul in time,
When I'm kneeling at your feet.

Goodbye my friend. You have been the one.
I'm so, I'm so, I'm so hollow.