Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2007

Το Φυτό (1996)

Ήταν μόλις λίγους μήνες πριν, όταν ένα «απαγορευμένο φυτό» βρέθηκε να ανθίζει στην είσοδο της κεντρικής βιβλιοθήκης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Το γεγονός κέντρισε την περιέργεια των θαμώνων, και το περίεργο φυτό με το χαρακτηριστικό φύλλωμα, σαν φαγωμένο πλατανόφυλλο, έγινε για μια ημέρα το επίκεντρο συζητήσεων και αντιδράσεων.

Οι περισσότεροι έριχναν κοφτές ματιές και σιγογελούσαν διαδίδοντας το νέο ως ένοχο μυστικό. Μερικοί πιο τολμηροί, έκοβαν τον απαγορευμένο καρπό και τον πρόσφεραν συνωμοτικά σε αθώες κοπελούδες των βορείων προαστείων. Μια κίνηση που έμοιαζε πιο πολύ με εκδίκηση για το προπατορικό αμάρτημα. Σύντομα βρέθηκε και κάποιος επαΐων που καθησύχασε την κοινή γνώμη τονίζοντας ότι επρόκειτο για αρσενικό και ως εκ τούτου αβλαβές,... ήταν άλλωστε ο μοναδικός που ήξερε που να κοιτάξει! Ένας "παλιός" της ιατρικής τόνισε την τοξικότητα του είδους και μία τελειόφοιτος της γεωπονικής, περιεργαζόμενη το χνουδωτό του φυλλώματος, ξεστόμισε τη μαγική λέξη «τετραϋδροκαναβινόλη»!... ή κάτι τέτοιο θα ήταν. Όμως όλοι όση το έγγιξαν, πήγαν αργότερα κρυφά από τον χλευασμό και έπλυναν τα χέρια τους. Βλέπεις ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος...
Οι συγκεχυμένες πληροφορίες συνέθεταν το πιο αλλόκοτο σκηνικό στο ναό της γνώσης. Από κεκτημένη ταχύτητα είχαμε ξεχάσει τη δεκαετία που έζησαν οι γονείς μας, και από μια πολιτική προπαγάνδα είχαμε επιλέξη να αναλωθούμε στα καρκινογόνα τσιγάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα η ανία έβρισκε γιατρικό στις γλάστρες της πλατείας Ψειρή, μη γνωρίζοντας τα σχέδια κάποιου με το όνομα Philip Morris. Στα τέλη του ίδιου αιώνα, η άγνοια έδινε αφορμή στο διάλειμμα, να υπερβεί το ακαδημαϊκό τέταρτο. Και κάπου ανάμεσα μια χούφτα μαθητευόμενων μάγων να αποζητά το αλεξίριο της ζωής φιλοσοφώντας και πίνοντας φραπέ...
Μάθαμε να νοθεύουμε τα βράδια μας με 40% καθαρό οινόπνευμα και να σκοτώνουμε τα μάτια του έρωτα μας, καίγοντας το σαλατικό των Μαλαισιανών ιθαγενών.
Μάθαμε να γινόμαστε υστερικοί στην πράσινη θέα και να εξαρτιόμαστε από το chating και το msn.
Μάθαμε να διαφορίζουμε τον πληθυσμό τον ποντικιών και να αδρανούμε στο χάος της εξάρτησης.
Να επιταχύνουμε προσπερνώντας τους τύπους στην αγορά της Ναβαρίνου και να δίνουμε ασυλία στην «αγορά» της θεολογικής.
Βγάλαμε από την παρέα μας όλα τα μιάσματα, και τώρα μένουμε μόνοι στην γκαρσονιέρα, παρέα με την ξανθια της TV, αλλά με το ίδιο ανεστίαστο βλέμμα, που είχε εκείνος ο νεαρός στα χορτάρια, πίσω από το κτίριο του αστεροσκοπείου
.
Είτε είναι το πάνω φύλλο, είτε είναι το άνθος, είτε βρασμένο, ξεραμένο σε σκόνη, με οινόπνευμα ή με Coca-Cola, από τη μύτη από το στόμα ή από τα χέρια... πάντα βολευόμασταν με την άγνοια να υποκαθιστούμε το ύστατο αγαθό του ανθρώπου, με ροζ ελέφαντες και το Χριστό τον προτιμούσαμε να κάθετε παρέα μας σε κάποια σκοπιά παίζοντας το φαντάρο.
Σε ένα χώρο με ανθρώπους, που έχουν το φως παγιδευμένο σε μικροκυστάλλους, να το ανιχνεύουν σε μακρινούς γαλαξίες ή να το χρησιμοποιούν για να διαβάσουν τα κείμενα του Αριστοτέλη, κανείς δεν πίστευε ότι η φύση θα αυθαδίαζε, χρησιμοποιώντας το για τη φωτοσύνθεση μιας τόσο ανίερης χλωρίδας.
Επί τέσσερα χρόνια εφοδιάστηκα με τις απαιτούμενες γνώσεις για να επιβιώσω στον έξω κόσμο, αλλά κανείς δεν μου είπε τη σημαίνει «sativa». Πέρασαν άλλα τόσα χρόνια για να δω την επόμενη γενιά, να αποτάσσει το Σατανά, στη θέα ενός φύλλου. Πέρασαν τα μισά, για να δω ένα φύλο, ν΄ασπάζεται το Σατανά, για να περάσει στην προηγούμενη γενιά, με την οσμή ενός φύλλου. Και μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ανάμεσα σε βιβλία, παράθυρα και υγρές νύχτες, ακόμη δεν κατάλαβα, τι είναι αυτό που κάνει ένα φυτό τόσο διαφορετικό.

Ήταν μόλις πριν λίγες ώρες, αλλά το πάρτι στο στέκι συνεχίζεται. Αφήνοντας την όμορφη αρχιτεκτόνισσα να «φτιάχνεται» για να κάνει έρωτα με τη φαντασίωση της επιλογής της, συνεχίζω να βλέπω δελφίνια να χορεύουν στο Θερμαϊκό, τον Αλέξη καλπάζοντας στο Βουκεφάλα να φωνάζει τη γοργόνα και εμένα, με ένα όνειρο να στραβοπατάει στα λυμένα μου κορδόνια, να καίγομε από τη "φωτιά στο λιμάνι" που άκουσα πριν λίγο... Είναι χαράματα, και αν πίστευα, θα ορκιζόμουν ότι δεν είμαι μαστουρωμένος, αλλά ζαλισμένος από τη μαγεία που έχει ο εθισμός στη ζωή! Ρομαντική καληνύχτα, ξενέρωμα... νύστα σίγουρα. Η φωτιά στο λίμανι πέρασε στο μυαλό μου και δε ν λέει να σβήσει.

Την επόμενη ημέρα εκείνης της εξεταστικής δεν κάναμε διάλειμμα από το διάβασμα. Οι κηπουροί, με εντολή της πρυτανείας, αφαίρεσαν το «φυτό» και στη θέση του τοποθέτησαν μια ντοματιά, που όμως ποτέ μας δε θα γευτούμε.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2007

Το βουνό μου!

Ήταν ένα μεσημέρι σαν όλα τ΄άλλα και ενώ ονειρευόμουν τις καλοκαιρινές διακοπές σε κάποιο μακρινό νησί, η φωνή ενός φίλου με έφερε πίσω στην πραγματικότητα.
Είχε πιάσει φωτιά «το βουνό της βροχής», ο Υμηττός μας!
Από μικρό παιδί συνήθιζα να βάζω ένα «μας»,για να δηλώνω στην πραγματικότητα ένα «μου». Ένα «μου» τις περισσότερες φορές μακρόσυρτο, σαν αυτό που κάνουν οι αγελάδες όταν χαίρονται. Χαιρόμουν με το βουνό μου, μ`άρεσε να το βλέπω να υπάρχει στον οριζόντά μου, να τον χαζεύω ως μαθητής από το παράθυρο της τάξης των αρχαίων ή να κόβω βόλτες μέσα στις πευκοβελόνες του.
Ανέβηκα και εγώ, όπως πάντα προστάζει η συνείδηση μου. Ανέβηκα πάλι, γιατί είχα ανέβει ξανά άλλες δύο φορές για τον ίδιο λόγο. Έτρεξα γρήγορα, έχοντας ένα τρελό συναίσθημα και μια ελπίδα. Την ελπίδα ότι θα έσωζα το δάσος μου και μάλιστα μόνος μου! Τρομάρα μου!...
Είχαν περάσει μόλις δέκα λεπτά, όταν βρέθηκα με ένα φτυάρι στο χέρι από τους υπεύθυνους του δήμου και ανηφόριζα προς την πυρκαγιά. Ήμασταν σχεδόν μισή ντουζίνα άνθρωποι. Όλοι είχαμε δει τη φωτιά από μακριά και είχαμε τρέξει να βοηθήσουμε. Ο Κώστας είχε αφήσει την πιτσαρία του, και ο Δημήτρης την έγκυο γυναίκα του, που είχε μείνει πίσω για α μας δει στην τηλεόραση. Ο Χρήστος είχε φέρει και την κοπελιά του μαζί. «Βάλτε ένα χεράκι ρε παιδιά, θα τα καταφέρουμε», έλεγαν με πείσμα και ας μου έδιναν την εντύπωση ότι παλέβαμε με ανεμόμυλους.
Βρεθήκαμε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από το μέτωπο της φωτιάς. Η θερμότητα έκανε να βράζει ο ιδρώτας πάνω στο δέρμα μας, και οι τρίχες να καίγονται αφήνοντας πίσω τους μια σχεδόν μεθυστική μυρωδιά. Κάθε φτυαριά έδινε χρόνο στα κουκουνάρια να πετάγονται σαν τα καλαμπόκια που έψηνε η γιαγιά. Ρίχνοντας δυο - τρεις κουβάδες νερό σε ένα δέντρο σβήσαμε τη φωτιά που το σιγόκαιγε, αλλά μόλις γυρίσαμε την πλάτη μας ένας κρότος και ένα σκίσιμο ακούστηκε. Με μιας το μεγάλο πεύκο άνοιξε στα δύο και σωριάστηκε στο καυτό χώμα. Το βρασμένο ρετσίνι στις φλέβες του εξαερώθηκε σε δέκατα του δευτερολέπτου από το κρύο νερό σπάζοντας τον φλοιό ακαριαία. Το δέντρο λες και ξεψύχησε μπροστά μας. Λες και δεν ήθελε να ζήσει πλέον. Λες και αυτοκτόνησε, αρνούμενο μια μοναχική ζωή σε μια πλαγιά χωρίς άλλα δέντρα. Απλά έγειρε, αφήνοντας τη βαρύτητα, που με πείσμα αντιστεκόταν τόσα χρόνια, να το παρασύρει στο τέλος του. Αλήθεια, ποιος είχε πει ότι τα δέντρα πεθαίνουν όρθια;
Ο αέρας οδηγούσε τα αποκαΐδια στους πνεύμονες, διώχνοντας μας προς τα πίσω. Οι σόλες των παπουτσιών έλιωναν και τα φτυάρια είχαν τόσο πυρωθεί από τη θερμότητα, ώστε κάθε φορά που τα ακουμπούσαμε πάνω στις ξερές πευκοβελόνες δημιουργούσαν νέες εστίες φωτιάς. Αν ήταν ο Δάντης μαζί μας, σίγουρα θα είχε προσθέσει και άλλη κόλαση στην κωμωδία του. Γιατί έτσι ακριβώς ήταν, μια κωμωδία, και τίποτε άλλο.
Το μόνο που ακουγόταν, ανάμεσα στο βουητό της φλόγας, ήταν οι μπερδεμένες κραυγές από κάποιες απόμακρες φιγούρες, «νερό ρεεεεεεεε, γρήγοραααααα!!!!» Έτρεχα και εγώ σαν παλαβός, μαζί με δυο φίλους να φέρω νερό και σκοντάφτω σε μια περίεργη πέτρα που καιγόταν. Την κοίταξα με την άκρη του ματιού και συνέχισα πάλι την κατάβαση. Αλλά, είχε κάτι το περίεργο αυτή η πέτρα. Πως γίνετε να καίγετε μια πέτρα; Με μια δεύτερη ματιά κατάλαβα ότι πρόκειται για μια μικρή χελώνα... το καβούκι της είχε αρπάξει φωτιά και εκείνη κούναγε το κεφάλι της βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό τσιριχτό ήχο. Έτρεμε σαν να ήθελε να απαλλαγή από αυτό που τόσα χρόνια την προστάτευε, το ίδιο της το σπίτι! Ήθελε να ξεκολλήσει από το ίδιο της το είναι και να τρέξει μακριά, να σωθεί. Να τρέξει ξεγελώντας τη φωτιά, όπως ακριβώς είχε ξεγελάσει παλιά και το λαγό. Σχεδόν αυθόρμητα γύρισα το βλέμμα, σήκωσα το φτυάρι και το κατέβασα με δύναμη... ο ήχος σταμάτησε. Κοντοστάθηκα για λίγο, αλλά δεν μπορούσα να κλάψω. Όχι γιατί τα αγοράκια δεν κλαίνε, αλλά γιατί κάθε δάκρυ εξατμιζόταν πριν καν κυλήσει…
Συνέχισα να τρέχω την πλαγιά, για να βρω μερικούς κουβάδες. Όταν έφτασα στο δρόμο, με έκπληξη συνειδητοποίησα, ότι είχε μαζευτεί ένα τεράστιο πλήθος κόσμου. Μπροστά στα μάτια μου ξετυλιγόταν το πιο περίεργο συνονθύλευμα ανθρώπων. Ήταν κάτι μεταξύ διαδήλωσης, που έβαλε κατά των «υπευθύνων», και συναυλίας, που παραληρούσε για το υπερθέαμα. Ομώς… κανείς δεν κινιόταν! Κανείς δεν βοηθούσε! Ούτε καν εκείνοι που είχαν τα σπίτια τους κοντά! Ένας κύριος κατάβρεχε το αυτοκίνητό του… για να φύγουν οι στάχτες. Μια νεαρή μητέρα με ένα στενό κόκκινο φόρεμα, έδειχνε τη φωτιά στο μικρό της κοριτσάκι το αξιοθέατο. Ένα περίπτερο στην άκρη του δρόμου είχε θησαυρίσει από τα νερά που πουλούσε στους διψασμένους περίεργους! Ζήτησα από έναν αραγμένο τύπο με μαύρα γυαλιά, να με βοηθήσει με δυο κουβάδες. Με κοίταξε, χαμογέλασε και τραβήχτηκε στον ίσκιο ενός δέντρου... Αργότερα, όταν όλα είχαν τελειώσει, ήταν το μοναδικό δέντρο που έμεινε στην περιοχή.

Ο Ήλιος είχε αρχίσει να δύει πίσω από την Ελευσίνα, όταν η φωτιά έσβηνε. Βλέπεις δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάψει. Μαζί με τα παιδιά κατηφορίζαμε σα χαμένοι. Νκημένοι στο πεδίο της μάχης, ψάχνοντας από κάποου να πιαστούμε. Ενα χαμόγελο, μια λέξη... μια συγκατάβαση. Το αλλόκοτο μαύρο φόντο με τις κόκκινες πινελιές από τις μικροεστίες, έκανε το Δημήτρη να τραβήξει το βλέμμα του στην Αθήνα. Έβλεπε τα φώτα της πόλης να χαμογελάνε για τη νίκη τους. Ήξεραν ότι σε λίγα χρόνια θα φώτιζαν και αυτή την πλευρά του βουνού. Τελικά δεν άντεξε... τα δάκρυα που ξέφυγαν στο πρόσωπό του, τον έσπασαν σαν εκείνο το πεύκο και σωριάστηκε στο χώμα. Ένας άντρας κοντά δύο μέτρα, έκλεγε σαν μικρό παιδί, και με αναφιλητά ψέλλιζε, «τί ηλίθιοι που είμαστε Θεέ μου!».
Δεν φταίει το κράτος, τα canader, η οργάνωση, οι πυροσβέστες, αλλά εμείς οι ίδιοι, εμείς κάψαμε το δάσος! Και οι τέσσερις άνθρωποι που κάηκαν την ίδια ώρα με τη χελωνίτσα, ηλίθιοι ήταν σαν και εμένα, το Δημήτρη, τον Κώστα και τα άλλα παιδιά. Ηλίθιοι που ήμασταν εκείνη τη μέρα στο βουνό, στο βουνό μας, και πιστέψαμε!

Έπρεπε να καίγαμε όλη την Αθήνα! Να σπρώχναμε τη φωτιά έξω από το δάσος. Να πάψουμε να ακούμε στις ειδήσεις «κάηκαν τόσα στρέμματα δάσους και απειλήθηκαν κατοικημένες περιοχές», αλλά ανάποδα, «κάηκαν τόσα σπίτια και απειλήθηκαν δασικές εκτάσεις». Ίσως έτσι να καταλάβαιναν όλοι... Ίσως τότε εκείνη η παρέα να έβρισκε τη γαλήνη μέσα στο δίκαιο. Τι δίκαιο της πυγμής που έγραφε ένα βίβλιο που άφησα στη μέση. Της πυγμής που δε σήκωσα όταν έπρεπε. Της πυγμής που δεν άντεξα το βάρος και την ευθύνη... φοβήθικα! Αν και θα το ήθελα... Μα την Παναγία, πολύ ήθελα να σηκώσω το φτυάρι και να το φέρω στο κεφάλι του τύπου με τα μαύρα γυαλιά! Και είναι κάτι τέτοιοι τύποι από τη μία πλευρά, και κάτι μελίσσια που σκάγανε στον ουρανό σαν πυροτεχνήματα από την άλλη. Κάτι αθώοι πυροσβέστες, κάτι ανήμπορες χελωνίτσες, κάτι αηδόνια που δεν θα ακούσει το παιδί του Δημήτρη... που με κάνουν και σκέφτομαι, είμαστε τόσο ηλίθιοι!

Ίσως να είναι καιρός να παραφράσουμε την Greenpeace και να ξεκινήσουμε ένα ιερό πόλεμο, έναν Greenwar. Ο πειθαναγκασμός είναι το μοναδικό που δεν έχουμε δοκιμάσει. Πρέπει κάποτε να θυμηθούμε πως είμαστε απλοί ένοικοι αυτού του πλανήτη. Συγκάτοικοι μαζί με τα δελφίνια, τις αρκούδες και τα έλατα. Ίσως ποτέ να μην μπορέσουμε να πετάξουμε σαν τους αετούς, να φτιάξουμε μέλι από τα θυμάρια όπως οι μέλισσες ή να μιλήσουμε με τα αγριολούλουδα, αλλά πάντοτε θα έχουμε κάτι κοινό με όλα αυτά, που θα μας ενώνει και θα μας κρατάει στη ζωή… ζωντανούς…
Ήταν η τρίτη φωτιά στο ίδιο μέρος... την τέταρτη δεν ξέρω τι θα κάνω με το φτυάρι ...., μα τον Θεό δεν ξέρω ! !

(το κείμενο αποτελεί ένα γράμμα σε μια φίλη το καλοκαίρι του 1995. Η πυρκαγιά είχε αποτεφρώσει τα 2/3 του δάσους στον Υμηττό. Οι αναδασώσεις που έγινα τότε δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα οι βροχές πλημμύριζαν κάθε χειμώνα το φαληρικό δέλτα. Μερικά χρόνια μετά, στο νότιο τμήμα του βουνού ξεπήδησε η περιοχή «Πανόραμα» της Ηλιούπολης με μια σειρά από «πολυτελής κατοικίες». Όπως έγινε γνωστό, τα βαθύτερα αίτια της πυρκαγιάς ήταν η εκμετάλευση της ξυλείας που προέκυψε από τα καψαλισμένα δέντρα…)