Ήταν μόλις λίγους μήνες πριν, όταν ένα «απαγορευμένο φυτό» βρέθηκε να ανθίζει στην είσοδο της κεντρικής βιβλιοθήκης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Το γεγονός κέντρισε την περιέργεια των θαμώνων, και το περίεργο φυτό με το χαρακτηριστικό φύλλωμα, σαν φαγωμένο πλατανόφυλλο, έγινε για μια ημέρα το επίκεντρο συζητήσεων και αντιδράσεων.
Οι περισσότεροι έριχναν κοφτές ματιές και σιγογελούσαν διαδίδοντας το νέο ως ένοχο μυστικό. Μερικοί πιο τολμηροί, έκοβαν τον απαγορευμένο καρπό και τον πρόσφεραν συνωμοτικά σε αθώες κοπελούδες των βορείων προαστείων. Μια κίνηση που έμοιαζε πιο πολύ με εκδίκηση για το προπατορικό αμάρτημα. Σύντομα βρέθηκε και κάποιος επαΐων που καθησύχασε την κοινή γνώμη τονίζοντας ότι επρόκειτο για αρσενικό και ως εκ τούτου αβλαβές,... ήταν άλλωστε ο μοναδικός που ήξερε που να κοιτάξει! Ένας "παλιός" της ιατρικής τόνισε την τοξικότητα του είδους και μία τελειόφοιτος της γεωπονικής, περιεργαζόμενη το χνουδωτό του φυλλώματος, ξεστόμισε τη μαγική λέξη «τετραϋδροκαναβινόλη»!... ή κάτι τέτοιο θα ήταν. Όμως όλοι όση το έγγιξαν, πήγαν αργότερα κρυφά από τον χλευασμό και έπλυναν τα χέρια τους. Βλέπεις ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος...
Οι συγκεχυμένες πληροφορίες συνέθεταν το πιο αλλόκοτο σκηνικό στο ναό της γνώσης. Από κεκτημένη ταχύτητα είχαμε ξεχάσει τη δεκαετία που έζησαν οι γονείς μας, και από μια πολιτική προπαγάνδα είχαμε επιλέξη να αναλωθούμε στα καρκινογόνα τσιγάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα η ανία έβρισκε γιατρικό στις γλάστρες της πλατείας Ψειρή, μη γνωρίζοντας τα σχέδια κάποιου με το όνομα Philip Morris. Στα τέλη του ίδιου αιώνα, η άγνοια έδινε αφορμή στο διάλειμμα, να υπερβεί το ακαδημαϊκό τέταρτο. Και κάπου ανάμεσα μια χούφτα μαθητευόμενων μάγων να αποζητά το αλεξίριο της ζωής φιλοσοφώντας και πίνοντας φραπέ...
Μάθαμε να νοθεύουμε τα βράδια μας με 40% καθαρό οινόπνευμα και να σκοτώνουμε τα μάτια του έρωτα μας, καίγοντας το σαλατικό των Μαλαισιανών ιθαγενών.
Μάθαμε να γινόμαστε υστερικοί στην πράσινη θέα και να εξαρτιόμαστε από το chating και το msn.
Μάθαμε να διαφορίζουμε τον πληθυσμό τον ποντικιών και να αδρανούμε στο χάος της εξάρτησης.
Να επιταχύνουμε προσπερνώντας τους τύπους στην αγορά της Ναβαρίνου και να δίνουμε ασυλία στην «αγορά» της θεολογικής.
Βγάλαμε από την παρέα μας όλα τα μιάσματα, και τώρα μένουμε μόνοι στην γκαρσονιέρα, παρέα με την ξανθια της TV, αλλά με το ίδιο ανεστίαστο βλέμμα, που είχε εκείνος ο νεαρός στα χορτάρια, πίσω από το κτίριο του αστεροσκοπείου
.
Είτε είναι το πάνω φύλλο, είτε είναι το άνθος, είτε βρασμένο, ξεραμένο σε σκόνη, με οινόπνευμα ή με Coca-Cola, από τη μύτη από το στόμα ή από τα χέρια... πάντα βολευόμασταν με την άγνοια να υποκαθιστούμε το ύστατο αγαθό του ανθρώπου, με ροζ ελέφαντες και το Χριστό τον προτιμούσαμε να κάθετε παρέα μας σε κάποια σκοπιά παίζοντας το φαντάρο.
Σε ένα χώρο με ανθρώπους, που έχουν το φως παγιδευμένο σε μικροκυστάλλους, να το ανιχνεύουν σε μακρινούς γαλαξίες ή να το χρησιμοποιούν για να διαβάσουν τα κείμενα του Αριστοτέλη, κανείς δεν πίστευε ότι η φύση θα αυθαδίαζε, χρησιμοποιώντας το για τη φωτοσύνθεση μιας τόσο ανίερης χλωρίδας.
Είτε είναι το πάνω φύλλο, είτε είναι το άνθος, είτε βρασμένο, ξεραμένο σε σκόνη, με οινόπνευμα ή με Coca-Cola, από τη μύτη από το στόμα ή από τα χέρια... πάντα βολευόμασταν με την άγνοια να υποκαθιστούμε το ύστατο αγαθό του ανθρώπου, με ροζ ελέφαντες και το Χριστό τον προτιμούσαμε να κάθετε παρέα μας σε κάποια σκοπιά παίζοντας το φαντάρο.
Σε ένα χώρο με ανθρώπους, που έχουν το φως παγιδευμένο σε μικροκυστάλλους, να το ανιχνεύουν σε μακρινούς γαλαξίες ή να το χρησιμοποιούν για να διαβάσουν τα κείμενα του Αριστοτέλη, κανείς δεν πίστευε ότι η φύση θα αυθαδίαζε, χρησιμοποιώντας το για τη φωτοσύνθεση μιας τόσο ανίερης χλωρίδας.
Επί τέσσερα χρόνια εφοδιάστηκα με τις απαιτούμενες γνώσεις για να επιβιώσω στον έξω κόσμο, αλλά κανείς δεν μου είπε τη σημαίνει «sativa». Πέρασαν άλλα τόσα χρόνια για να δω την επόμενη γενιά, να αποτάσσει το Σατανά, στη θέα ενός φύλλου. Πέρασαν τα μισά, για να δω ένα φύλο, ν΄ασπάζεται το Σατανά, για να περάσει στην προηγούμενη γενιά, με την οσμή ενός φύλλου. Και μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ανάμεσα σε βιβλία, παράθυρα και υγρές νύχτες, ακόμη δεν κατάλαβα, τι είναι αυτό που κάνει ένα φυτό τόσο διαφορετικό.
Ήταν μόλις πριν λίγες ώρες, αλλά το πάρτι στο στέκι συνεχίζεται. Αφήνοντας την όμορφη αρχιτεκτόνισσα να «φτιάχνεται» για να κάνει έρωτα με τη φαντασίωση της επιλογής της, συνεχίζω να βλέπω δελφίνια να χορεύουν στο Θερμαϊκό, τον Αλέξη καλπάζοντας στο Βουκεφάλα να φωνάζει τη γοργόνα και εμένα, με ένα όνειρο να στραβοπατάει στα λυμένα μου κορδόνια, να καίγομε από τη "φωτιά στο λιμάνι" που άκουσα πριν λίγο... Είναι χαράματα, και αν πίστευα, θα ορκιζόμουν ότι δεν είμαι μαστουρωμένος, αλλά ζαλισμένος από τη μαγεία που έχει ο εθισμός στη ζωή! Ρομαντική καληνύχτα, ξενέρωμα... νύστα σίγουρα. Η φωτιά στο λίμανι πέρασε στο μυαλό μου και δε ν λέει να σβήσει.
Την επόμενη ημέρα εκείνης της εξεταστικής δεν κάναμε διάλειμμα από το διάβασμα. Οι κηπουροί, με εντολή της πρυτανείας, αφαίρεσαν το «φυτό» και στη θέση του τοποθέτησαν μια ντοματιά, που όμως ποτέ μας δε θα γευτούμε.
