Ήταν ένα μεσημέρι σαν όλα τ΄άλλα και ενώ ονειρευόμουν τις καλοκαιρινές διακοπές σε κάποιο μακρινό νησί, η φωνή ενός φίλου με έφερε πίσω στην πραγματικότητα.Είχε πιάσει φωτιά «το βουνό της βροχής», ο Υμηττός μας!
Από μικρό παιδί συνήθιζα να βάζω ένα «μας»,για να δηλώνω στην πραγματικότητα ένα «μου». Ένα «μου» τις περισσότερες φορές μακρόσυρτο, σαν αυτό που κάνουν οι αγελάδες όταν χαίρονται. Χαιρόμουν με το βουνό μου, μ`άρεσε να το βλέπω να υπάρχει στον οριζόντά μου, να τον χαζεύω ως μαθητής από το παράθυρο της τάξης των αρχαίων ή να κόβω βόλτες μέσα στις πευκοβελόνες του.
Ανέβηκα και εγώ, όπως πάντα προστάζει η συνείδηση μου. Ανέβηκα πάλι, γιατί είχα ανέβει ξανά άλλες δύο φορές για τον ίδιο λόγο. Έτρεξα γρήγορα, έχοντας ένα τρελό συναίσθημα και μια ελπίδα. Την ελπίδα ότι θα έσωζα το δάσος μου και μάλιστα μόνος μου! Τρομάρα μου!...
Είχαν περάσει μόλις δέκα λεπτά, όταν βρέθηκα με ένα φτυάρι στο χέρι από τους υπεύθυνους του δήμου και ανηφόριζα προς την πυρκαγιά. Ήμασταν σχεδόν μισή ντουζίνα άνθρωποι. Όλοι είχαμε δει τη φωτιά από μακριά και είχαμε τρέξει να βοηθήσουμε. Ο Κώστας είχε αφήσει την πιτσαρία του, και ο Δημήτρης την έγκυο γυναίκα του, που είχε μείνει πίσω για α μας δει στην τηλεόραση. Ο Χρήστος είχε φέρει και την κοπελιά του μαζί. «Βάλτε ένα χεράκι ρε παιδιά, θα τα καταφέρουμε», έλεγαν με πείσμα και ας μου έδιναν την εντύπωση ότι παλέβαμε με ανεμόμυλους.
Βρεθήκαμε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από το μέτωπο της φωτιάς. Η θερμότητα έκανε να βράζει ο ιδρώτας πάνω στο δέρμα μας, και οι τρίχες να καίγονται αφήνοντας πίσω τους μια σχεδόν μεθυστική μυρωδιά. Κάθε φτυαριά έδινε χρόνο στα κουκουνάρια να πετάγονται σαν τα καλαμπόκια που έψηνε η γιαγιά. Ρίχνοντας δυο - τρεις κουβάδες νερό σε ένα δέντρο σβήσαμε τη φωτιά που το σιγόκαιγε, αλλά μόλις γυρίσαμε την πλάτη μας ένας κρότος και ένα σκίσιμο ακούστηκε. Με μιας το μεγάλο πεύκο άνοιξε στα δύο και σωριάστηκε στο καυτό χώμα. Το βρασμένο ρετσίνι στις φλέβες του εξαερώθηκε σε δέκατα του δευτερολέπτου από το κρύο νερό σπάζοντας τον φλοιό ακαριαία. Το δέντρο λες και ξεψύχησε μπροστά μας. Λες και δεν ήθελε να ζήσει πλέον. Λες και αυτοκτόνησε, αρνούμενο μια μοναχική ζωή σε μια πλαγιά χωρίς άλλα δέντρα. Απλά έγειρε, αφήνοντας τη βαρύτητα, που με πείσμα αντιστεκόταν τόσα χρόνια, να το παρασύρει στο τέλος του. Αλήθεια, ποιος είχε πει ότι τα δέντρα πεθαίνουν όρθια;
Ο αέρας οδηγούσε τα αποκαΐδια στους πνεύμονες, διώχνοντας μας προς τα πίσω. Οι σόλες των παπουτσιών έλιωναν και τα φτυάρια είχαν τόσο πυρωθεί από τη θερμότητα, ώστε κάθε φορά που τα ακουμπούσαμε πάνω στις ξερές πευκοβελόνες δημιουργούσαν νέες εστίες φωτιάς. Αν ήταν ο Δάντης μαζί μας, σίγουρα θα είχε προσθέσει και άλλη κόλαση στην κωμωδία του. Γιατί έτσι ακριβώς ήταν, μια κωμωδία, και τίποτε άλλο.
Το μόνο που ακουγόταν, ανάμεσα στο βουητό της φλόγας, ήταν οι μπερδεμένες κραυγές από κάποιες απόμακρες φιγούρες, «νερό ρεεεεεεεε, γρήγοραααααα!!!!» Έτρεχα και εγώ σαν παλαβός, μαζί με δυο φίλους να φέρω νερό και σκοντάφτω σε μια περίεργη πέτρα που καιγόταν. Την κοίταξα με την άκρη του ματιού και συνέχισα πάλι την κατάβαση. Αλλά, είχε κάτι το περίεργο αυτή η πέτρα. Πως γίνετε να καίγετε μια πέτρα; Με μια δεύτερη ματιά κατάλαβα ότι πρόκειται για μια μικρή χελώνα... το καβούκι της είχε αρπάξει φωτιά και εκείνη κούναγε το κεφάλι της βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό τσιριχτό ήχο. Έτρεμε σαν να ήθελε να απαλλαγή από αυτό που τόσα χρόνια την προστάτευε, το ίδιο της το σπίτι! Ήθελε να ξεκολλήσει από το ίδιο της το είναι και να τρέξει μακριά, να σωθεί. Να τρέξει ξεγελώντας τη φωτιά, όπως ακριβώς είχε ξεγελάσει παλιά και το λαγό. Σχεδόν αυθόρμητα γύρισα το βλέμμα, σήκωσα το φτυάρι και το κατέβασα με δύναμη... ο ήχος σταμάτησε. Κοντοστάθηκα για λίγο, αλλά δεν μπορούσα να κλάψω. Όχι γιατί τα αγοράκια δεν κλαίνε, αλλά γιατί κάθε δάκρυ εξατμιζόταν πριν καν κυλήσει…
Συνέχισα να τρέχω την πλαγιά, για να βρω μερικούς κουβάδες. Όταν έφτασα στο δρόμο, με έκπληξη συνειδητοποίησα, ότι είχε μαζευτεί ένα τεράστιο πλήθος κόσμου. Μπροστά στα μάτια μου ξετυλιγόταν το πιο περίεργο συνονθύλευμα ανθρώπων. Ήταν κάτι μεταξύ διαδήλωσης, που έβαλε κατά των «υπευθύνων», και συναυλίας, που παραληρούσε για το υπερθέαμα. Ομώς… κανείς δεν κινιόταν! Κανείς δεν βοηθούσε! Ούτε καν εκείνοι που είχαν τα σπίτια τους κοντά! Ένας κύριος κατάβρεχε το αυτοκίνητό του… για να φύγουν οι στάχτες. Μια νεαρή μητέρα με ένα στενό κόκκινο φόρεμα, έδειχνε τη φωτιά στο μικρό της κοριτσάκι το αξιοθέατο. Ένα περίπτερο στην άκρη του δρόμου είχε θησαυρίσει από τα νερά που πουλούσε στους διψασμένους περίεργους! Ζήτησα από έναν αραγμένο τύπο με μαύρα γυαλιά, να με βοηθήσει με δυο κουβάδες. Με κοίταξε, χαμογέλασε και τραβήχτηκε στον ίσκιο ενός δέντρου... Αργότερα, όταν όλα είχαν τελειώσει, ήταν το μοναδικό δέντρο που έμεινε στην περιοχή.
Ο Ήλιος είχε αρχίσει να δύει πίσω από την Ελευσίνα, όταν η φωτιά έσβηνε. Βλέπεις δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάψει. Μαζί με τα παιδιά κατηφορίζαμε σα χαμένοι. Νκημένοι στο πεδίο της μάχης, ψάχνοντας από κάποου να πιαστούμε. Ενα χαμόγελο, μια λέξη... μια συγκατάβαση. Το αλλόκοτο μαύρο φόντο με τις κόκκινες πινελιές από τις μικροεστίες, έκανε το Δημήτρη να τραβήξει το βλέμμα του στην Αθήνα. Έβλεπε τα φώτα της πόλης να χαμογελάνε για τη νίκη τους. Ήξεραν ότι σε λίγα χρόνια θα φώτιζαν και αυτή την πλευρά του βουνού. Τελικά δεν άντεξε... τα δάκρυα που ξέφυγαν στο πρόσωπό του, τον έσπασαν σαν εκείνο το πεύκο και σωριάστηκε στο χώμα. Ένας άντρας κοντά δύο μέτρα, έκλεγε σαν μικρό παιδί, και με αναφιλητά ψέλλιζε, «τί ηλίθιοι που είμαστε Θεέ μου!».
Δεν φταίει το κράτος, τα canader, η οργάνωση, οι πυροσβέστες, αλλά εμείς οι ίδιοι, εμείς κάψαμε το δάσος! Και οι τέσσερις άνθρωποι που κάηκαν την ίδια ώρα με τη χελωνίτσα, ηλίθιοι ήταν σαν και εμένα, το Δημήτρη, τον Κώστα και τα άλλα παιδιά. Ηλίθιοι που ήμασταν εκείνη τη μέρα στο βουνό, στο βουνό μας, και πιστέψαμε!
Έπρεπε να καίγαμε όλη την Αθήνα! Να σπρώχναμε τη φωτιά έξω από το δάσος. Να πάψουμε να ακούμε στις ειδήσεις «κάηκαν τόσα στρέμματα δάσους και απειλήθηκαν κατοικημένες περιοχές», αλλά ανάποδα, «κάηκαν τόσα σπίτια και απειλήθηκαν δασικές εκτάσεις». Ίσως έτσι να καταλάβαιναν όλοι... Ίσως τότε εκείνη η παρέα να έβρισκε τη γαλήνη μέσα στο δίκαιο. Τι δίκαιο της πυγμής που έγραφε ένα βίβλιο που άφησα στη μέση. Της πυγμής που δε σήκωσα όταν έπρεπε. Της πυγμής που δεν άντεξα το βάρος και την ευθύνη... φοβήθικα! Αν και θα το ήθελα... Μα την Παναγία, πολύ ήθελα να σηκώσω το φτυάρι και να το φέρω στο κεφάλι του τύπου με τα μαύρα γυαλιά! Και είναι κάτι τέτοιοι τύποι από τη μία πλευρά, και κάτι μελίσσια που σκάγανε στον ουρανό σαν πυροτεχνήματα από την άλλη. Κάτι αθώοι πυροσβέστες, κάτι ανήμπορες χελωνίτσες, κάτι αηδόνια που δεν θα ακούσει το παιδί του Δημήτρη... που με κάνουν και σκέφτομαι, είμαστε τόσο ηλίθιοι!
Ίσως να είναι καιρός να παραφράσουμε την Greenpeace και να ξεκινήσουμε ένα ιερό πόλεμο, έναν Greenwar. Ο πειθαναγκασμός είναι το μοναδικό που δεν έχουμε δοκιμάσει. Πρέπει κάποτε να θυμηθούμε πως είμαστε απλοί ένοικοι αυτού του πλανήτη. Συγκάτοικοι μαζί με τα δελφίνια, τις αρκούδες και τα έλατα. Ίσως ποτέ να μην μπορέσουμε να πετάξουμε σαν τους αετούς, να φτιάξουμε μέλι από τα θυμάρια όπως οι μέλισσες ή να μιλήσουμε με τα αγριολούλουδα, αλλά πάντοτε θα έχουμε κάτι κοινό με όλα αυτά, που θα μας ενώνει και θα μας κρατάει στη ζωή… ζωντανούς…
Ήταν η τρίτη φωτιά στο ίδιο μέρος... την τέταρτη δεν ξέρω τι θα κάνω με το φτυάρι ...., μα τον Θεό δεν ξέρω ! !
(το κείμενο αποτελεί ένα γράμμα σε μια φίλη το καλοκαίρι του 1995. Η πυρκαγιά είχε αποτεφρώσει τα 2/3 του δάσους στον Υμηττό. Οι αναδασώσεις που έγινα τότε δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα οι βροχές πλημμύριζαν κάθε χειμώνα το φαληρικό δέλτα. Μερικά χρόνια μετά, στο νότιο τμήμα του βουνού ξεπήδησε η περιοχή «Πανόραμα» της Ηλιούπολης με μια σειρά από «πολυτελής κατοικίες». Όπως έγινε γνωστό, τα βαθύτερα αίτια της πυρκαγιάς ήταν η εκμετάλευση της ξυλείας που προέκυψε από τα καψαλισμένα δέντρα…)
2 σχόλια:
Mexri fetos, o opoiosdhpote mou elege oti tis fwties sta dash tis vazoun oi idioi oi an8rwpoi epithdes, exonntas sa mono stoxo thn antikatastash twn dentrwn apo gri psyxro mpeto, 8a gelousa. 8a to 8ewrousa teleiws asteio. Fetos omws katalava pws o,ti egw 8ewrousa paralogo kai gelousa, apotelouse edw kai xronia mia pikrh pragmatikothta. Tipota den htan tyxaio. Den mporousa na to pistepsw. Ka8e for a pou anhga thn thleorash, evlepa kokkines floges na tyligoun ta prasina vouna, an8rwpous na ypoferoun kai zwa na kaigontai. Giati tosh kakia? Pws mporouse enas an8rwpos na to kanei ayto? Oute kai na ton plhrwnan me ola ta lefta tou kosmou. Pws mporouse na vlepei na exei prokalesei toso pono kai akoma na koimatai hsyxa ta vradia? Pou einai h psyxh tou, to synais8hma? Den exei kardia? Pou xa8hkan?
O 3adelfos mou einai stis eidikes dynameis kai eixan apei sthn Parnh8a na voh8hsoun sto svhshmo ths fwtias. Mou edei3e kati eikones pou eixe travh3ei me kati apote8rwmenes xelwnes kai elafia. De distase na mou pei oti evale ta klamata mprosta s afto to 8eama. Den pisteva sta matia mou. Ta zwa eixan ginei maura apt h staxth, den 3exwrizan kai poly ap to gyrw topio. Afto to topio pou eixe pia xasei thn agnothta kai th zwh tou kai eixe ginei toso apomakro, toso epi8etiko.
Kai prin apo liges meres, etyxe na perasw apo ena dromo ths Pentelhs pou mexri prin apo kapous mhnes ton diesxiza polu syxna. Htan apt is agaphmenes mou diadromes, hremousa, ton eixa syndesei me kales oikogeneiakes kai synais8hmatikes stigmes. Htan mesa sto dasos, pantou dentra. Kai twra htan mesa sth staxth, pantou mauro. Perpataga anamesa se gymnous gri kormous kai pataga se pesmena kamena kladia. Mazi me to prasino xa8hkan kai oi anamnhseis mou. Oles oi kales stigmes pou eixa syndesei me ekeinh th diadromh, me th fysh, thn phgh empneushs mou.
An oloi oi an8rwpoi skeftontan san esas, tote mporei h diadromh mou na eixe sw8ei. 8a eixe sw8ei h psyxh mou kai de 8a marazan ta synais8hmata mou. Omws de skeftontai. An oloi voh8ousan estw kai ligo na svhsoun th fwtia, twra ta dash de 8a eixan kaei. Omws h adiaforia exei nikhsei thn oikologikh mas syneidhsh. Egw gia paradeigma, molis anoiga thn thleorash, evlepa tis fwties na perikyklwnoun ta vouna kai thn ekleina. Eixa vare8ei na vlepw pantou floges. Protimousa na asxolh8w ma ton ypologisth, me to hi5 kai to msn. Den ekana tipota ousiastiko gia na voh8hsw. Kai as poume oti egw kapws dikaiologoumai giati eimai mikri, to xeirotero omws einai pws akoma kai oi megaloi 8a ekanan to idio me emena.
Oloi stenoxwrh8hkan alla ligoi prospa8hsan na to apotrepsoun.
Oloi stenoxwrh8hkan alla ligoi palepsan. Kai me tous ligous de swzetai to dasos.
Oloi ponesan gia to xameno prasino, alla elaxistoi 8umountai akoma tis fwties.
Oloi ponesan, alla elaxistoi ais8anonati typseis pou ekeines tis meres de shkw8hkan ap ton kanape tous gia na voh8hsoun.
Elaxistoi 8umounati akoma tous pyroplhktous.
Mhpws telika kai elaxistoi epizhtoun alh8ina th swthria tou dasous?
Mhpws oi perissoteroi epidiwkoun thn katastrofh tou gia na to tyli3oun me tsimento?
H koinwnia mas einai dief8armenh, alla emeis oi neoi eimaste adiavwtoi apo politika symferonata kai skopimothtes, stenoxwriomaste pragmatika gia ta dash, toulaxiston mexri twra. To varos loipon peftei s emas na mporesoume na diafyla3oume thn emfyth oikologikh mas syneidhsh. Pws 8a mporesoume omws na antista8oume stis etoimes lyseis, ta ypokatastata pou mas prosferoun ta MME , pws 8a apogygoume th mazopoihsh kai ton efhsyxasmo, pou exoun sa stoxo na mas paralyoun th skepsh etsi wste emeis na akolou8oume ypnwtismenoi ekeino to dromo pou orizoun ta symferonta ths e3ousias? Pws 8a antitax8oume ston yliko eydaimonismo kai th mania gia kerdos pou kyriarxoun sthn epoxh mas kai afhnoun se 2h moira thn enasxolhsh me to perivallon kai th diaswsh ths fyshs?
Einai dyskolo na mhn ephreastoume, ews akator8wto.
Den 3erw ti 8a ginei sto mellon, elpizw mono to efhviko oneiro kapoias genias na mhn katareusei.
Oi ydrokefales tsimentoupoleis kai h ka8eth domhsh sto xwro apokalyptoun ston an8rwpo 2 diastaseis, ekeines tou platous kai tou mhkous. To dasos omws kryvei 1 allh diastash, pio ousiastikh, sxedon xamenh, ekeinh tou va8ous. To dasos einai h monh swthria gia tis skepseis mas .
Giati kaneis den to katalavainei?
Egw ta teleutaia mou xronia ta exw zhsei sto Pikermi, mia perioxh gemath dentra. Exw ma8ei na oneireuomai xazeuontas to prasino. De 8elw na xa8ei to prasino. De 8elw na stamathsw na oneireuomai.
Na giati den katalavainei kaneis. Gitai kaneis den exei niwsei opws egw, den exei oneireutei opws egw, me a8wa, agna oneira. Anti8eta, oloi ephreasmenoi apo thn psyxrothta twn polewn, oneireuontai do3a, e3ousia, xrhma kai xrhsimopoioun ka8e e8emito meso gia na epityxoun to skopo tous. Kai katastrefoun to prasino, to diko mou prasino. Kai 3exnw ta palia mou oneira. Ta agna mou, paidika oneira. Kai oneireuomai ki egw th dhmosiothta. Kai ginomai ki egw adiaforh.
Kapws etsi de ginetai?
Faulos kyklos.
ΟΜΝΙΑ-ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ
Κάποιες φορές αισθάνεσαι ότι σε αφορούν όλα. Ένα χτυπημένο μικρό παιδί από βόμβα στο Λίβανο, που το 'χει η μητέρα του στην αγκαλιά της, τα δάση του Αμαζονίου που καταστρέφονται ανελέητα, οι άνθρωποι που μένουν δίπλα σου, ακόμα και οι ήχοι που βγάζει το γέλιο ή το κλάμα ενός μικρού παιδιού.
Ο δίσκος αυτό ονομάστηκε Omnia που σημαίνει όλα.
Φ.Π....
Η αλήθεια του τραγουδιού "αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα" που οι στίχοι του μέσα από ιστορική αναδρομή μιλούν για τα σημεία των εκάστοτε καιρών και δείχνουν τον άνθρωπο που ανέκαθεν κατέστρεφε τη φύση που τον δημιούργησε και ακόμα τον φιλοξενεί ...
ΑΝ 8Α ΜΠΟΡΟΘΣΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΑΛΛΑΖΑ
Πρώτη φορά που την είδα στεκότανε τη νύχτα εκείνη που η Ρώμη καιγότανε
Χιλιάδες χρόνια φωτιά και μηνύματα μα δεν ξεχνώ του κορμιού της τα κύματα
Την είδα πάλι στις όχθες του Βόλγα που ένας στρατιώτης τη φώναξε Όλγα
Κάτι ψιθύρισε μέσα στο κρύο που τότε μου 'χε φανεί τόσο αστείο
~~
Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα
~~
Στο Πάλος νύχτα τ' όνομά της αφήνει γραμμένο κάπου στου Κολόμβου την πρύμνη
Τότε που οι Ισπανοί ξεκινούσαν και για μια άγνωστη μοίρα μεθούσαν
Βρέθηκε κάποια στιγμή στη Γαλλία πρώτη του Μάη σε μια άδεια πλατεία
Σε λίγο οι φοιτητές θα ξεσπούσαν και μια αλλιώτικη ζωή θα ζητούσαν
~~
Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα
Κάτι αν μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα
~~
Σήμερα έχει στα χέρια ένα αγόρι πάλι ξεκίνησαν οι σταυροφόροι
Μα ποιος ακούει και ποιος ενδιαφέρεται για ένα κόσμο που βράζει και φλέγεται
~~
Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα
Το τραγούδι αυτό το είχε τραγουδήσει ο Φιλιππος στη συναυλία του στο Λυκαβιτό ίσα με 4 φορές. Σύμφωνα με αυτόν, περιγράφει μία φανταστική γυναίκα που ζει μέσα στους αιώνες και βλέπει καθε εξέλι3η του κόσμου, κάθε καταστροφή του. Με αφορμή το τραγούδι, ο Φιλιππος μας μίλησε για τους ανθρώπους που καταστρέφουν τη φύση, για εκείνους τους αδίστακτους που κατέστρεψαν και την Πάρνηθα για να χτίσουν αργότερα μονοκατοικίες πάνω στο βουνό. Το είχε γράψει επειδή πονούσε για ο,τι έβλεπε. Μας έκανε και εμάς να αγαπήσουμε τους στίχους του και να το τραγουδάμε δυνατά, με πάθος, να το νοιώθουμε. 'Ηταν σαν μια μικρή προσωπική επανασταση, ένας τρόπος να εκτονωθούμε, να ξεσπασουμε, αφού δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα καλύτερο, αφού είμαστε αδύναμοι μπροστά στα θυρία της εξουσίας. Αγαπήσαμε αυτό το τραγούδι γιατί ήταν η μόνη φορά που αντιδράσαμε, όχι πως θα αλλάζαμε κάτι, όχι πως θα βελτιώναμε την κοινωνία, αλλά για μας, γιατί αισθανόμασταν εμείς καλύτερα.
Δημοσίευση σχολίου